Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Της ξενιτιάς. Μέρος 1ο. Αυτοί που φεύγουν...

Με αφορμή τα δυο δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς που ανθολογούνται στην λογοτεχνικά εγχειρίδιο της Β΄Γυμνασίου, στην παρούσα και σε επόμενες αναρτήσεις θα δούμε πως περιγράφεται σε κάποια τραγούδια (κυρίως) η ξενιτιά.Σε αυτή την ανάρτηση θα ασχοληθούμε με τα τραγούδια που αφορούν αυτούς που φεύγουν, στην επόμενη με τα αντίστοιχα που αφορούν αυτούς που μένουν, και στην τελευταία εκείνα που μιλάνε για αυτούς που γυρίζουν...  Είναι πάμπολλα τα κείμενα που αναφέρονται στην ξενιτειά.Επίσης δεν έχουν οι Έλληνες το μονοπώλιο της μετανάστευσης, ούτε της νοσταλγίας. Εξαιτίας του πλήθους των πηγών, λοιπόν, αλλά και της φύσης του μαθήματος, θα αναφερθώ κυρίως σε κείμενα και τραγούδια που σχετίζονται με την Ελλάδα και αφορούν τους Έλληνες. Θα προσπαθήσω, από αυτά, να ανεβάσω μερικά αντιπροσωπευτικά.
Το παρακάτω τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου (Σωκράτης Μάλαμας και Μαρίνα Δακανάλη) θα μπορούσε να είναι κάλλιστα μια περίληψη του όρου μετανάστευση. Άνθρωποι που φεύγουν, άνθρωποι που μένουν, άνθρωποι που τα καταφέρνουν, άλλοι που γυρίζουν πίσω στερημένοι και αποτυχημένοι, άνθρωποι που ξεριζώνονται άνθρωποι που ριζώνουν. "Στην Αμερική"(και όχι μόνο...)

Στο πρώτο κείμενο που ανθολογείται στο βιβλίο σας παρουσιάζεται το θέμα από την πλευρά του ξενιτεμένου. Παρουσιάζεται ο ξενιτεμένος να πλανεύεται από την ξενιτιά, να νοσταλγεί το σπίτι του και να φοβάται ιδιαίτερα το ενδεχόμενο να αρρωστήσει εκεί και να είναι μόνος του. (Και καθώς γράφω αυτό το κείμενο χτυπημένος από τον ιό που είδατε ότι με έκανε να σέρνομαι το πρωί, 400 ναυτικά μίλια και 300 χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο που μεγάλωσα αισθάνομαι μια μυστήρια οικειότητα...
   Το θέμα της νοσταλγίας και της πλάνης εμφανίζεται στο τραγούδι του Μίκυ Θεοδωράκη "Της ξενιτιάς ή Φεγγάρι μάγια μου 'κανες" (στίχοι Ερρίκος Θαλασσινός, τραγουδάει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης). Το φεγγάρι, και όχι οι προσωπικές του επιλογές, εμφανίζονται υπαίτιοι για την παρατεταμένη παραμονή του αφηγητή στη ξενιτιά. Και με ένα πουλί στέλνει χαιρετίσματα στην οικογένεια του και φιλιά στην γειτονοπούλα, με την οποία, προφανώς είναι ερωτευμένος.
Σαν συνέχεια του παραπάνω τραγουδιού , ο ήρωας στο "Ξενάκι" του Στράτου Κουγιουμτζή, οραματίζεται ότι επιστρέφει ξαφνικά μόνο για την αγαπημένη του και ανεβαίνει κρυφά στο δωμάτιο της. Θεωρεί δε ότι η ιδιότητα του του ξενιτεμένου είναι επαρκής δικαιολογία για αυτή την παραβίαση των ηθών της εποχής και ότι δεν θα έχουν πρόβλημα σε περίπτωση που τους αντιληφθούν. (Συνηθίζω να ανεβάζω τις πρώτες εκτελέσεις, Εδώ είναι του Γιάννη Καλατζή. Αλλά πως μπορεί να ξεχάσει κανείς αυτή την Βιτάλη...)
ο 'Ακης Πάνου, στο τραγούδι του "Στο σταθμό του μονάχου" με τον Στράτο Διονυσίου, τοποθετεί τον ήρωα του στο σταθμό του Μονάχου, πόλη της Γερμανίας και διαμετακομιστικό σταθμό για τους Έλληνες μετανάστες στην Γερμανία και τις Κάτω χώρες τις δεκαετίες του '50 και του '60. Το τραγούδι αποτελεί ένα ιδιόρρυθμο ρεπορτάζ για την ζωή των ανθρώπων και το τρένο που έρχεται από την πατρίδα παρουσιάζεται σαν ο μοναδικόος δεσμός με αυτή. Ακόμα και έτσι όμως, παρά το δημοσιογραφικό του τραγουδιού, η " μαύρη μοίρα " του ήρωα θεωρείται υπεύθυνη.
Αντίθετα, η Βίκυ Μοσχολιού (Μουσική Γιάννης Μαρκόπουλος, Στιχοι:Γιώργος Σκούρτης ) στο ρόλο μια μετανάστριας, δεν έχει αυταπάτες και επικεντρώνεται στην νοσταλγία που νοιώθει για τα παιδιά της που ζουν στην Ελλάδα με τους παππούδες τους. Τα γράμματα και η φαντασία είναι τα μόνα που τη φέρνουν κοντά τους.
Οι αφηγητές τραγουδιών τέτοιου τύπου γνωρίζουν πολύ καλά γιατί έχουν ξενιτευτεί. Οι βιοποριστικοί λόγοι όμως που τους εξαναγκάζουν να ξενιτευτούν δεν αρκούν για να τους παρηγορήσουν. Γιατί "Το ψωμί της ξενιτιά είναι πικρό".

Δεν είναι όμως μόνο η επιβίωση που εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μεταναστεύσουν... Ο ήρωας της ταινίας "America America" Ελία Καζάν(τζόγλου) στέλνεται από τους δικούς του από την Ανατολία στην Κωνσταντινούπολή με σκοπό να μαζέψει λεφτά και να μετακομίσει όλη η οικογένεια εκεί προκειμένου να γλυτώσει η οικογένεια την ολοένα και αυξανόμενη πίεση των Τούρκων εθνικιστών. Αντ' αυτού, εκείνος ονειρεύεται την Αμερική και καβαλάει το επόμενο καράβι...
Είναι γνωστό ότι τα τραγούδια της ξενιτιάς συγχέονται με τα μοιρολόγια και καμιά φορά χρησιμοποιούνται ως τέτοια... (και το ανάποδο). Δεν περίμενα όμως ποτέ ότι ένα νυφιάτικο τραγούδι θα έμοιαζε τόσο πολύ με τραγούδι της ξενιτιάς και μοιρολόι. Στο "μοιρολόι της νύφης" (Από τη Μάρθα Φριντζήλα) που ακολουθεί η νύφη αποχαιρετάει το σπίτι της καθ οδόν προς το σπίτι του άντρα της. Τελικά όμως είναι λογικό, όχι μόνο γιατί πολλές γυναίκες, εξαιτίας της καταπίεσης που υφίσταντο, παρέμεναν έγκλειστες στο σπίτι και κάποιες φορές δεν μπορούσαν να γυρίσουν στο πατρικό τους, ακόμα κι αν ήταν στο διπλανό στενό.
Πολλές φορές παντρεύονταν σε μέρη ξένα και η δυσκολία των "συγκοινωνιών", μαζί με τους περιορισμούς του φύλου, έδιναν ένα τελεσίδικο χαρακτήρα στην αναχώρηση.
Πολλά περισσότερα ξέρει να μας πει η καραβιά από "Νύφες" του Παντελή Βούλγαρη και, ειδικότερα, η πρωταγωνίστρια που ταξιδεύει στην Αμερική για να παντρευτεί αντί της αδερφής της, που αθέτησε την υπόσχεση γάμου της οικογένειας και επέστρεψε, ώστε να ξεπλυθεί η οικογενειακή ντροπή. Γεγονός που δίνει κακό τέλος στο έρωτα της με ένα Άγγλο δημοσιογράφο που επιβαίνει και αυτός στο πλοίο. Αντίθετα η ηρωίδα του δημοτικού τραγουδιού "Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική", αντιδρά και προτιμά "ψωμί, κρεμμύδι και κείνον που αγαπά. (Λεπτομέρεια το τραγούδι το δισκογράφησε η Ρίτα Αμπατζή, ενώ ήταν μετανάστρια στην ... Αμερική).
  Είναι γνωστή η φράση "η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της" και η αντίληψη ότι ένας Έλληνας μπορεί πιο εύκολα να προκόψει στο εξωτερικό, καθώς στην Ελλάδα θα υποφέρει από το λεγόμενο "σύνδρομο του γείτονα" (Κάποτε σε έναν πέθανε η κατσίκα του και έκλαιγε και χτυπιόταν. Και τον άκουσε ο θεός και τον λυπήθηκε, και τον ρώτησε τι θα μπορούσε να κάνει για να απαλύνει τον πόνο του. Και αυτός, αντί για οτιδήποτε καλό για τον εαυτό του, ζήτησε "Να πεθάνει και η κατσίκα του γείτονα"). Κάπως έτσι αισθάνεται να βραχυκυκλώνει και ήρωας του τραγουδιού "Βραχυκύκλωμα" του Βαγγέλη Γερμανού. Για αυτό δηλώνει "Μάνα θα φύγω, θα πάω στα ξένα. αυτός το τόπος δεν είναι για μένα" .
Έτσι και ο (αυτοεξόριστος για ένα διάστημα) Μανόλης Ρασούλης, καλοτυχίζει τον Έλληνα που ξεχνάει την επιστροφή και είναι ευτυχισμένος στη ξενιτιά. Για τον ίδιο όμως μάλλον αυτό δεν συνέβη, καθώς το σαρκαστικό ευχαριστώ στην Ελλάδα που τον έμαθε να τα βολεύει τσάτρα πάτρα, να την μισεί και να τη λατρεύει, είναι γεμάτο από μια όχι και τόσο υπαινικτική νοσταλγία. (Τραγουδάει ο Νίκος Παπάζογλου, μουσική από την Βάσω Αλαγιάννη.)
Όμοια μ' αυτήν των ηρώων της ταινίας Home sweet, home. του Φίλιππου Τσίτου. 'Άνθρωποι προερχόμενοι από διάφορες χώρες συναντιούνται σε ένα καφενείο στο πολυπολιτισμικό Βερολίνο του σήμερα, στο προγαμιαίο πάρτι του πρωταγωνιστή.
Θεωρούν τους εαυτούς πλήρως απογαλακτισμένους από την πατρίδα τους, διαφορετική για τον καθένα.Ουσιαστικά όμως είναι άνθρωποι αποτυχημένοι που αποφεύγουν στο όνομα της πατρίδας, την αποδοχή της αποτυχίας τους σε φίλους και συγγενείς. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας δε, αποφεύγει χρόνια τώρα την δική του, όπως ο διάβολος το λιβάνι. Και δέχονται ευχάριστα το στοίχημα -πρόκληση. Σύμφωνα με αυτό πρέπει ο καθένας από αυτούς να τηλεφωνήσει το σπίτι του, αποδεικνύοντας ότι δεν το κουβαλά μαζί του, το χει ξεχάσει. Η νοσταλγία όμως κερδίζει και είναι αυτή που δίνει τον τόνο σε κάθε τηλεφώνημα.

Γιατί άλλωστε η ξενιτιά λειτουργεί και ως σαράκι. Σαν οξύ κ σιγοτρώει τις ψυχές των ξενιτεμένων και των δικών τους, όπως φαίνεται και στο δημοτικό τραγουδί "Γιάννη μου το Μαντήλι σου", όπου μέσω ενός διαλόγου ανάμεσα στον ξενιτεμένο και σε ένα δικό του που έχει μείνει στην πατρίδα, την μάνα του, βλέπουμε την διαβρώτική επίδραση της ξενιτιάς ακόμα και στα άψυχα, το μαντήλι... Βεβαία το μαντήλι είναι σύμβολο της ψυχής του ήρωα.

Μιλώντας όμως για την μάνα του Γιάννη, μπήκαμε ήδη στο επόμενο θέμα μας.
Αυτούς που μένουν...

(Και μετά ήρθε η κρίση...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: