Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Εγώ θα ξεκινήσω για το γύρο του κόσμου -"Τα ψάθινα καπέλα" (Μαργαρίτα Λυμπεράκη)

   Το βιβλίο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη "Τα ψάθινα καπέλα"  μπορεί να προσφέρει πλούσιο υλικό για τις σύγχρονες κοινωνικές/οικογενειακές  σχέσεις και την θέση της γυναίκας, κι αυτό μολονότι είναι γραμμένο στο 1945.
   Περιγράφει τρία καλοκαίρια από την ζωή τριών νεαρών αδερφών,  της Μαρίας, της Ινφάντας και της Κατερίνας, υπό την οπτική γωνία της τελευταίας, η οποία είναι και η αφηγήτρια. Το απόσπασμα που  έχετε στα χέρια είναι το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ωστόσο πριν ασχοληθείτε σε αυτό, νομίζω ότι χρειάζεται μια σύντομη περίληψη/παρουσίαση του βιβλίου  ώστε να γίνει πιο κατανοητό το απόσπασμα. Ο τίτλος είναι αυθαίρετος, με την έννοια ότι είναι δικός μου κι όχι της συγγραφέως. Έδω μπορείτε να δείτε την παρουσίαση  του βιβλίου απο συμμαθητές σας που τώρα φοιτούν ση  Β'  Λυκείου κι εδώ ένα άλλο απόσπασμα που περιέχεται στο βιβλίο της Β΄Γυμνασίου.  
  Τα κορίτσια περνούν τα καλοκαίρια τους  στην Κηφισιά μαζί με την μητέρα τους, τη θεία τους και τον παππού τους.  Ο παππούς έχει αρχίσει να απομονώνεται αντιμετωπίζοντας το φάσμα του επικείμενου θανάτου από γηρατειά, ενώ την ίδια στιγμή ποτέ δεν κατάφερε να ξεπεράσει την εγκατάλειψη από την από την  Πολωνίδα γυναίκα του πολλά χρόνια πριν. Η "Πολωνίδα γιαγιά" αποτελεί το πρότυπο της Κατερίνας αν  και  δεν αναφέρεται πολύ στις κουβέντες της οικογένειας. Στο τέλος του βιβλίου αποκαλύπτεται από την Κατερίνα ότι η μητέρα της διατηρεί ακόμα επαφή και ανταλλάσει μηνύματα μαζί της μέσω ενός κυρίου ο οποίος υπήρξε φίλος  αλλά και αντίζηλος του παππού τους για την καρδιά
"Εγώ θα ξεκινησω το γύρω του κόσμου"
της "Πολωνίδας γιαγιάς" . Οι γονείς των τριών κοριτσιών έχουν χωρίσει και ο πατέρας τους μένει στην Αθήνα με τον αδερφό του και την μάνα τους, η οποία κάποια στιγμή μες το βιβλίο πεθαίνει αφήνοντας τους απαρηγόρητους. Ο λόγος του χωρισμού ήταν το γεγονός ότι ο πατέρας, τον οποίον οι κόρες τους υπεραγαπάνε και τις υπεραγαπάει, ουσιαστικά ζούσε μια παρατεταμένη εφηβεία αδυνατώντας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ενήλικα.   Και η μητέρα, μολονότι ήταν εκείνη που επεδίωξε το χωρισμό, φαίνεται ότι πάντα έτρεφε την ελπίδα ότι κάποτε θα ξανασμίξουν και για αυτό αρνείται το διακριτικό μα επίμονο φλερτ του κυρίου Λούτζη, ενός γείτονα, και στεναχωρήθηκε περίσσια όταν ο πρώην άντρας, με λύπη είναι η αλήθεια,  της  ανακοίνωσε ότι ξαναπαντρεύεται. Η μητέρα περιγράφεται ως ένας εσωστρεφής άνθρωπος και η αποτυχία στην προσωπική της ζωή φαίνεται ότι την εμποδίζει να εκφράσει την αγάπη της στις κόρες της, γεγονός που ειδικά την Κατερίνα την επηρεάζει ιδιαίτερα. Η θεία Τερέζα, αδερφή της μητέρας, είναι μια ανέραστη γεροντοκόρη,  η οποία σε νεαρή ηλικία είχε πληγωθεί ερωτικά. Την ζωτικότητα από  την αγάπη που δεν ζήτησε και δεν έδωσε  έκτοτε την διοχέτευσε στη ζωγραφική, όμως στους πίνακες της αντικατοπτρίζεται η στεγνή συναισθηματική ζωή της. Η θεία Τερέζα έχει ιδιαίτερη αδυναμία στην Ινφάντα και προσπαθεί, σχεδόν ζηλότυπα μερικές φορές, να την επηρεάζει ώστε να ακολουθήσει τις δικές της  ιδέες κι αντιλήψεις. Μαζί τους μένει και η οικονόμος τους η Ροδούλα, μια λαϊκή γυναίκα με καταγωγή από ένα νησί των Δωδεκανήσων, η οποία έχει μεγάλη αδυναμία στα τρία κορίτσια και γεμίζει το συναισθηματικό κενό που, ειδικά στην Κατερίνα, προκαλεί η φαινομενική συναισθηματική αποστασιοποίηση της μητέρας τους.
   Όσον αφορά τα τρία κορίτσια, η μεγαλύτερη, η Μαρία, μια γυναίκα γεμάτη αισθησιακή φλόγα,  παντρεύεται κάποια στιγμή κατά την διάρκεια της αφήγησης τον Μάριο, ένα γείτονα, φοιτητή της Ιατρικής τον οποίο αρχικά σνομπάρει φλερτάροντας επιδεικτικά με άλλους, παρά το γεγονός ότι αυτός είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της. Μετά το γάμο της υποτάσσεται σχεδόν στην τυπική οικογενειακή ζωή.  Γεννάει δυο παιδιά και προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ της πληρότητας που της δίνει η μητρότητα και της απουσίας, συναισθηματικής και φυσικής, του Μάριου,  ο οποίος, γιατρός πια, περνάει περισσότερο χρόνο  μαζί με τον πατέρα του, είτε στο ιατρείο τους είτε στο σπίτι. Η Ινφάντα, φλογερή αλλά συγκρατημένη στον έρωτα,  τραμπαλίζεται ανάμεσα στην επιρροή της θείας Τερέζας και στον έρωτα της για τον Νικήτα με τον οποίο τους συνδέει η κοινή τους αγάπη για τα άλογα. Όμως η Ινφάντα, επηρεασμένη από την θεία Τερέζα,  δεν αποκαλύπτει ποτέ τον έρωτα της στον Νικήτα και τον χάνει, καθώς αυτός κουρασμένος από την αναμονή προτιμάει τελικά μια άλλη γυναίκα, την έμπειρη Νίνα με την οποία το παιχνίδι του έρωτα είναι ρηχότερο αλλά πιο ... απτό και συγκεκριμένο. Τέλος, η Κατερίνα, η τρίτη αδερφή και αφηγήτρια,  διψάει για ανεξαρτησία και ταξίδια.  Δεν ενδιαφέρεται για τους συνομηλίκους της οι οποίοι την περιτριγυρίζουν μη ξέροντας πως να την φλερτάρουν. Γνωρίζει μια μέρα τον Δαβίδ, το γιος μιας φίλης της μητέρας της που έχει επιστρέψει από σπουδές Αστρονομίας, και τον αντιπαθεί άμεσα. Παρά τη θέληση της όμως, η αντιπάθεια μετατρέπεται γρήγορα σε έρωτα και η Κατερίνα έχει να παλέψει με την ώριμη και γοητευτική κυρία Παρηγόρη για την καρδιά του και το ενδιαφέρον του.
   Αμέσως πριν το απόσπασμα με το οποίο θα ασχοληθούμε, η Κατερίνα έχει συναντηθεί με τον παλιό αντίζηλο του παππού της, έχει μάθει την αλήθεια για τη γιαγιά της κι  έχει γίνει φίλη μαζί του.  Τον επισκέπτεται συχνά κι αφήνεται να επηρεαστεί και αυτή από την προσμονή του για την αναμενόμενη άφιξη του γιου του, του Αντρέα, ο οποίος είναι καπετάνιος - και πρώην σύζυγος της Νίνας, της γυναίκας η οποία πλάνεψε τον Νικήτα- και ταξιδεύει συνεχώς. Στο μεταξύ, κι αναμένοντας τον Αντρέα, που δεν έχει γνωρίσει ποτέ σημειωτέον αλλά την έχει συναρπάσει ο τρόπος ζωής του (για παράδειγμα όταν ήταν αεροπόρος έκανε πρόταση γάμου στην γυναίκα του πετώντας πάνω από το σπίτι της και ρίχνοντας της ένα ραβασάκι), ο Δαβίδ της κάνει τελικά πρόταση γάμου αλλά προς έκπληξη όλων -και της ίδιας-  η Κατερίνα δεν δέχεται αμέσως και αυτοπεριορίζεται στο δωμάτιο της μέχρι να αποφασίσει τι θα κάνει.
    Το απόσπασμα που έχετε στα χέρια σας ξεκινάει με την άφιξη του Ανδρέα ο οποίος φτάνει ξαφνικά, όχι στο σπίτι του πατέρα του ή της γυναίκας τους όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στο σπίτι της Κατερίνας. Φτάνει σαν κεραυνός εν αιθρία, σαν το βοριά που τ' αρνάκια παγώνει, σαν από μηχανής θεός, σας τον λίβα που καίει τα σπαρτά. Η άφιξη του είναι θορυβώδης και ορμητική πάνω σε μια άμαξα- ταξί, την οποίο οδηγεί ο ίδιος, ο ιδιοκτήτης της  οποίας διαμαρτύρεται που οδηγεί άτσαλα και εκτός δρόμου. Τότε ο κιμπάρης Ανδρέας βγάζει μια δεσμίδα κολλαριστά χαρτονομίσματα και πληρώνει αδρώς τη ζημιά. Η άφιξη του στο σπίτι δεν παραξενεύει κανέναν.  Αντίθετα, ο γυναικείος πληθυσμός του σπιτιού γοητεύεται με την χειμαρρώδη, αρρενωπή παρουσία του.  Μέχρι και η παραιτημένη θεία Τερέζα φαίνεται να ξαναθυμάται την χαμένη της θηλυκότητα και προσπαθεί να σουλουπώσει την εμφάνισή της . Οι τρεις αδερφές παρακολουθούν μαγεμένες τον Ανδρέα να δεσπόζει στο χώρο αφηγούμενος τις περιπέτειες του. Η μεγαλύτερη αδερφή, η Μαρία, αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογείται συνεχώς για την εξωτερική της  εμφάνιση, εξηγώντας ότι είναι έγκυος, και εκφράζει τα παράπονα της για την ματαίωση της ως γυναίκα από την  συναισθηματική εγκατάλειψη του άντρα της, εν αντιθέσει με ότι συνέβαινε τα  χρόνια που ήταν ερωτευμένος μαζί της, πριν παντρευτούν. Η μεσαία αδερφή, η Ινφάντα, ξεχνά τον συναισθηματικό της αναλφαβητισμό και τη φυσική της συστολή και ξεκινά να χορεύει μαζί του στον κήπο σαγηνευμένη.  Και η μικρότερη αδερφή, η Κατερίνα, ομοίως γοητευμένη από τον Αντρέα  και η ίδια, εξεγείρεται εναντίον τους και κατηγορεί την μία ότι κυνηγάει ότι αρσενικό κυκλοφορεί και την άλλη ότι είναι σιγανό ποταμάκι. Δηλώνει στον Ανδρέα ότι μόνο εκείνη τολμάει να φύγει μαζί του. Οι αδερφές της θέλουν αλλά δεν μπορούν, η Μαρία, ή δεν θα τολμήσουν ποτέ, η Ινφάντα.  Έτσι δίνουν ραντεβού τα ξημερώματα στο πηγάδι για να φύγουν μαζί . Όμως τα ξημερώματα βρίσκει μονάχα ένα μήνυμα του Αντρέα ότι έκανε πλάκα και ... ξυπνάει κλαίγοντας γοερά.
    Γιατί όλο αυτό ήταν ένα όνειρο. Φαίνεται όμως ότι ήταν αρκετό για να την κάνει να διακόψει τον εθελούσιο εγκλεισμό της και να ανακοινώσει ότι δεν θα παντρευτεί τον  Δαβίδ αλλά θα γυρίσει τον κόσμο. Η δήλωση της σκορπάει απογοήτευση και η μάνα της τή χαρακτηρίζει ανυπόφορη, θεωρώντας ότι είναι ακόμα ένα καπρίτσιο της. Και το βιβλίο τελειώνει με την Κατερίνα να μαθαίνει ότι ο Ανδρέας ήρθε το προηγούμενο βράδυ κι έφυγε ήδη για μακρινό ταξίδι...
 
  Δείτε το τώρα το αντίστοιχο  κομμάτι από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά που γυρίστηκε με βάση το βιβλίο.  (Σόρρυ για την ποιότητα, το υφάρπαξα από ο αρχείο της ΕΡΤ πριν της κάνουνε χαρακίρι, και σόρρυ που είναι σε δυο μέρη, ο "Σωλήνας" δεν με αφήνει να ανεβάσω τόσο μεγάλης διάρκειας βιντεάκια) 
1ο μέρος

2ο μέρος 

    Ας προβούμε τώρα σε μερικές παρατηρήσεις με βάση την εισαγωγή που έγραψα πιο πάνω  και το ανθολογημένο απόσπασμα.
1) Ο ρόλος του Ανδρέα είναι σύνθετος στο παραπάνω ονειρόδραμα. Δεν είναι,  μόνο τουλάχιστον, το αρχετυπικό κυριαρχικό αρσενικό με τα στιβαρά μπράτσα, ο εραστής -πολιορκητικός κριός που ξεκλειδώνει τις γυναικείες άμυνες και σαγηνεύει τις γυναίκες άκουσες εκούσες. Με λίγα λόγια δεν είναι χαρακτήρας  από Άρλεκιν. Με την παρουσία του, το υποσυνείδητο της Κατερίνας της στέλνει ένα μήνυμα ότι ο Δαβίδ δεν είναι ο άντρας που θέλει και τα αισθήματα της γι' αυτόν  είναι περισσότερο ένα εφηβικό καπρίτσιο.  Η΄ τουλάχιστον ότι ο  τυπικός ρόλος της συζύγου τον οποίο της προδιαγράφει ο επικείμενος γάμος μαζί του δεν την καλύπτει, αξιοποιώντας στο σημείο αυτό και ότι συνέβη με την μεγαλύτερη αδερφή της, και γλυτώνοντας ένα διαζύγιο θα έλεγα ο κακός. (Φαντάζομαι, ότι τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά ίσως αν ο Δαβίδ τολμούσε  να της ζητήσει να το σκάσουν αντί να τη ζητήσει σε γάμο.) Επιπλέον,  ο Ανδρέας αποτελεί κυρίως  μια προβολή των μύχιων επιθυμιών της Κατερίνα να ξεφύγει από το προδιαγεγραμμένο και να δει τι υπάρχει παραπέρα. Αποτελεί μια ανδρική- και άρα πληρέστερη υπό την έννοια ότι καλύπτει και τις ερωτικές/συναισθηματικές ανάγκες της Κατερίνας- εκδοχή της  Πολωνίδας γιαγιάς, την οποία η Κατερίνα θαυμάζει για την ανεξαρτησία και το θάρρος της. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη της στο όνειρο από τον Ανδρέα λειτουργεί ως  μια μορφή ενηλικίωσης, διότι αποτελεί μια συνειδητοποίηση από την Κατερίνα ότι μόνη της και όχι μιμούμενη τη γιαγιά της ή μια ανδρική φιγούρα που παραπέμπει στον πρίγκιπα του παραμυθιού θα κάνει ό,τι είναι να κάνει. Κι έτσι το κλάμα της ξυπνώντας  δρα λυτρωτικά,  απελευθερωτικά και  συμβολίζει ένα είδος νέας γέννησης.  Στον επίλογο, η Κατερίνα, ως αφηγήτρια πια, δηλώνει ότι δεν ξέρει τι θα γίνει στο μέλλον κι αν τελικά θα κάνει το ταξίδι της. Αυτό όμως δεν αναιρεί τα παραπάνω. Δική  της απόφαση να το κάνει, δική της η απόφαση να μην το κάνει. Κι αυτό είναι το σημαντικό:  Είναι δική της η απόφαση.
2) Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται  λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο η ποικιλία των συμπεριφορών των χαρακτήρων του απηχεί ουσιαστικά την αντίστοιχη των σημερινών κοινωνιών.  Περιέχει δηλαδή:
·         Μια νεαρή κοπέλα, την Κατερίνα, που διεκδικεί και κερδίζει τον άντρα που ερωτεύεται.  Κι έχει την ωριμότητα να αντιληφθεί το επιφανειακό της σχέσης και αρνηθεί την πρόταση γάμου που της γίνεται (ίσως ακριβώς επειδή της γίνεται) ερχόμενη σε αντίθεση με τις επιθυμίες της οικογένειας της, γιατί θέλει να γυρίσει τον κόσμο κι όχι να γίνει σύζυγος.  
·         Μια νεαρή κοπέλα, την Μαρία, η οποία φλερτάρει με αγόρια, αφήνεται ξαφνικά να «δαμαστεί» και εγκλωβίζεται (εν μέρει ικανοποιημένη ) στον παραδοσιακό ρόλο της συζύγου που ανατρέφει τα παιδιά της και παραπονιέται για τον άντρα της.
·         Μια νεαρή κοπέλα, την Ινφάντα, που δεν τολμάει να εκφράσει τον έρωτα της, χάνει τον άντρα που αγαπούσε και αφήνεται να εγκλωβιστεί την κτητική αγάπη της θείας της.
·         Μια ώριμη γυναίκα, τη μητέρα,  που τολμάει να εγκαταλείψει τον άνδρα που αγαπάει επειδή δεν είναι αρκετά ώριμος,  κι ας τον αγαπάει τόσο που να ακυρώνει η ίδια  κάθε δυνατότητα να ξαναφτιάξει τη ζωή της εξαιτίας της εν γνώσει της παράλογης ελπίδας ότι θα γίνει το θαύμα και θα τα ξαναβρούνε.
·         Μια ώριμη γυναίκα, τη θεία Τερέζα,  η οποία καταδικάζει τον εαυτό στη σε συναισθηματικό μαρασμό εξαιτίας μιας ατυχούς ερωτικής σχέσης, ψάχνει ανεπιτυχώς καταφύγιο στην τέχνη και προσπαθεί να βρει την ολοκλήρωση μετατρέποντας σε φωτοτυπία της την νεαρή ανιψιά της.
·         Έναν ώριμο άνδρα με το σύνδρομο του Πήτερ Παν, τον πατέρα των κοριτσιών, που αδυνατεί να ωριμάσει ώστε να μην χάσει ή να ξανακερδίσει την γυναίκα που εμφανώς αγαπάει και αντ' αυτού κάνει έναν καινούργιο γάμο με μια άλλη γυναίκα η οποία δεν του βάζει τέτοια  διλήμματα.
·         Έναν ώριμο άνδρα προσκολλημένο στη μητέρα του,  τον θείο των κοριτσιών, που μένει τελικά μόνος,  χωρίς οικογένεια.  (Γιατί δεν τους τα φτιάχνανε με τη θεία Τερέζα;)
·         Έναν νεαρό συνεσταλμένο άνδρα, τον Μάριο, που καταφέρνει τελικά με την επιμονή του να  παντρευτεί την  γυναίκα που αγάπησε και την «τιμωρεί»  μετά σαν «κάστρο τουρκεμένο», που λέει και το τραγούδι, για την αντίστασή της.
·         Έναν νεαρό άνδρα, τον Δαβίδ,  επιτηδευμένα εξευγενισμένο, ο οποίος προβάλλει ποζεράδικα [sic] την κοσμοπολίτικη  «ευρωπαϊκή» του αύρα, φλερτάρει με δυο γυναίκες και τελικά χάνει αυτή που διάλεξε εξαιτίας  του  λάθος, παραδοσιακού τρόπου  με τον οποίο προσπαθεί να την κάνει δική του, δείγμα ότι ποτέ δεν την κατάλαβε  (άρα αυτό που είχε ερωτευτεί δεν ήταν ουσιαστικά μια άλλη γυναίκα;).
·         Έναν νεαρό άνδρα, τον Νικήτα,  που αδυνατεί να σπάσει το κέλυφος στο οποίο είναι κλεισμένη η αγαπημένη του,  κουράζεται να την περιμένει και ξεμυαλίζεται από τα θέλγητρα και την διαθεσιμότητα μια πιο ώριμης γυναίκας.
·         Μια ώριμη, κουρασμένη από τη ζωή της  κυρία, την κυρία Παρηγόρη, που έρχεται σε ερωτική αντιζηλία με μια  νεαρή κοπέλα για μάτια ενός νεαρού.
·         Μια χωρισμένη, απελευθερωμένη ερωτικά γυναίκα, τη Νίνα, που ξεμυαλίζει  με τα σωματικά της θέλγητρα έναν νεαρό.
·         Έναν ηλικιωμένο άνδρα που καταδίκασε τον εαυτό του στην θλίψη και την μοναξιά,  λόγω της αδυναμίας του να ξεπεράσει την εγκατάλειψη του από την γυναίκα που αγάπησε.
·         Τέλος, στο παρασκήνιο και μια γενιά πίσω, μια γυναίκα - δηλητήριο, την «Πολωνίδα γιαγιά», η οποία ερωτοτροπεί παράλληλα με δυο φίλους, καταστρέφει τη φιλία τους και παντρεύεται εκείνον που χειραγωγεί ευκολότερα, μόνο και μόνο για να τον παρατήσει από ανία λίγα χρόνια μετά, αφήνοντας πίσω και τις κόρες της.
    3) Να πω στο σημείο αυτό ότι τα «αστικού τύπου» δραματάκια που αντιμετωπίζουν  οι ήρωες των «Ψάθινων Καπέλων» δεν αποτελούν τον κανόνα, και  γενικότερα  αλλά και ως προς τη θέση της γυναίκας.   Οι προερχόμενοι από την λαϊκή τάξη  ήρωες του αποσπάσματος από  το μυθιστόρημα «Άνθρωποι και σπίτια» - που μπορείτε να διαβάσετε εδώ και το οποίο λέω να κάνω του χρόνου στους συμμαθητές σας της Γ΄ Γυμνασίου  που τρομοκρατείτε εσείς τώρα με μένα όπως σας τρομοκρατούσανε πέρσι εσάς οι συμμαθητές σας  που τώρα είναι στη Β'  Λυκείου, σε περίπτωση που ξαναπάρω το μάθημα- αντιμετωπίζουν πιο καίρια προβλήματα που σχετίζονται με την ίδια την επιβίωσή τους εξαιτίας της φτώχειας που μαστίζει τη ζωή τους.  Ο άντρας του ζευγαριού είναι σε άσχημη ψυχολογική  κατάσταση επειδή είναι άνεργος και πραγματικό στήριγμα της οικογένειας είναι η γυναίκα η οποία έχει τη δουλειά της και προσπαθεί να τα φέρει βόλτα.  Και παράλληλα με τη συντροφικότητά της  προσπαθεί να υποστηρίξει και τον άντρα της στη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση που βρίσκεται.  Μια περίπτωση δηλαδή συχνότατη· και στα χρόνια της δεκαετίας του ’50, όταν και διαδραματίζεται το διήγημα, και σήμερα ενδεχομένως σε μια  Ελλάδα με ανεργία 27%.  Από την άλλη βέβαια, οι αστικές καταβολές  των ηρώων  της Λυμπεράκη δεν αποτελούν πρόβλημα. Γιατί  η αστική τάξη ιστορικά εκ των εγγενών χαρακτηριστικών αποτελεί τον καταλύτη της εξέλιξης (και λέω κάποια στγιμή να κάνω μια ανάρτηση με βάση αυτό το συλλογισμό) των κοινωνικών σχέσεων. Γιατί οι  αριστοκράτες δεσμεύονται από μια παράδοση κανόνων και πρωτοκόλλων στα οποία έχουν εγκλωβίσει τους εαυτούς τους και  έχουν ταυτίσει την τήρηση τους (των κανόνων και των πρωτοκόλλων) με την ύπαρξή τους (των αριστοκρατών). Και η εργατική τάξη δεν έχει την δυνατότητα  για τέτοιες «πολυτέλειες» εξαιτίας των προβλημάτων επιβίωσης με τα οποία έρχεται σε επαφή καθημερινά αλλά και εξαιτίας της εξώθησής της στο περιθώριο ενός κόσμου  ο οποίος της  έχει «διδάξει»  την μοιρολατρία της άποψης ότι είναι το μικρό ψάρι προορισμένο να το φάει το μεγάλο και το μόνο που μπορεί να κάνει να   αποφύγει την μοίρα του αυτή  όσο μπορεί περισσότερο.   Αντίθετα, η αστική τάξη έχει την οικονομική  άνεση να πειραματιστεί  και δεν δεσμεύεται από καμιά παράδοση.  Και ενίοτε το «έννομο»  της συμφέρον ταυτίζεται με την αποδόμηση της όποιας παράδοσης, όταν αυτή  λειτουργεί ως εμπόδιο για την ενεργότερη συμμετοχή της  στην άσκηση της εξουσίας.
    4) Το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος του αποσπάσματος αποτελεί όνειρο, δεν μειώνει στο ελάχιστο την αξιοπιστία των πληροφοριών της Κατερίνας για τις αδερφές της, την ίδια και τα υπόλοιπα πρόσωπα. Περισσότερο τουλάχιστο. Εννοώ ότι μιλάμε για έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή μιας ιστορίας στην οποία μετέχει ως πρωταγωνιστής και την αφηγείται από την δική του οπτική γωνία. Εν γνώσει του όλα αυτά (άρα είναι αυτοσυνείδητος αφηγητής) όπως προκύπτει από τον επίλογο. Ως  δημιούργημα του συγγραφέα για το ξετύλιγμα της πλοκής δεν είναι πραγματικό πρόσωπο (προφανώς) αλλά φερέφωνο και όργανό του.  Συνεπώς έναν αφηγητή ή τον αποδεχόμαστε ως αξιόπιστο  ή όχι ανάλογα με τις "νύξεις" του συγγραφέα «του». Και το όνειρο  αποτελεί ουσιαστικά αφηγηματικό τέχνασμα, μια αφηγηματική εκδοχή  του συγγραφέα.  Το υποσυνείδητο  της Κατερίνας παρουσιάζει με τον ρευστό τρόπο των ονείρων πράγματα τα οποία το συνειδητό της έχει ήδη αναφέρει (την επιθυμία της ίδιας να φύγει, τον γεροντοκορισμό της θείας, τον  εν τη γενέσει γεροντοκορισμό της Ινφάντας, την ήρεμη αλλά θλιμμένη καταβύθιση της Μαρίας στην ανία του γάμου της). Χαρακτηριστικό επιπλέον είναι το όνειρο μέσα στο όνειρο της Μαρίας για την Κατερίνα (ότι έγινε άσπρο πουλί και έφυγε να γνωρίσει το κόσμο) .Κι ας μη ξεχνάμε. τέλος,  ότι έχουμε να κάνουμε με έναν αφηγητή που υπονομεύει ό ίδιος τον εαυτό στου στον επίλογο, για να τονιστεί εκ νέου το ρευστό της ανθρώπινης ζωής, το υποκειμενικό της αφήγησης κάποιων γεγονότων και, κυρίως, το ασαφές του μέλλοντος. Προς ενίσχυση των παραπάνω, να σημειωθεί ότι, όταν  η Κατερίνα με ωριμότητα μεγαλύτερη της ηλικία της εκφράζει την άγνοια της για το τι επιφυλάσσει το μέλλον,  είναι σίγουρη για μόνο ένα πράγμα: Η Μαρία θα κάνει πολλά παιδιά. (Εσείς τι λέτε; Θα κάνει τον γύρο του κόσμου; )

(Πάντως και πιο μακριά αν θέλει γίνεται... )

  5) Αν έχει δίκιο η μητέρα για τα καπρίτσια της "ανυπόφορης" Κατερίνας, αυτό σημαίνει ότι η Κατερίνα είναι ανώριμη, Άρα,  πολύ καλά κάνει και δεν παντρεύεται. Είναι μεγάλη ωριμότητα να ξέρεις ότι είσαι ανώριμος.
Αυτά τα λίγα γιατί ως πατέρας πια έχω και γονικές υποχρεώσεις, Ναι, αυτοσαρκάζομαι.
( Για «τα λίγα» προφανώς...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: